Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Μια πρόταση για την νομική αντιμετώπιση της «μίζας»

Η διαρκής αποκάλυψη μιζών που έχουν δοθεί σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε συνδυασμό με την απραξία των θεσμών εγείρει ένα ερώτημα: Τι είναι η «μίζα»; Ποιος μπορεί να είναι ο νομικός της χαρακτηρισμός; Είναι εισόδημα, δωρεά, ή κάτι άλλο. Όπως και να έχει, μέχρι σήμερα δεν έχει φανεί να υπάρχει μια σαφής μέθοδος αντιμετώπισης των χρημάτων που εισπράττει ένα πολιτικό πρόσωπο ή ένα κόμμα από ιδιώτη, ως αντάλλαγμα για μιας όχι και τόσο σύννομης εξυπηρέτησης.


Ως προς την νομική φύση της «μίζας», το ζήτημα δεν φαίνεται να έχει αντιμετωπιστεί. Αν θεωρηθεί ως εισόδημα, ακόμη και παράνομης προέλευσης, τότε το υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει κατ’ εφαρμογήν της αρχής του ρεαλισμού του φορολογικού δικαίου, να το προσθέσει στο δηλωθέν εισόδημα του λήπτη της μίζας και να εκδώσει σχετικό φύλλο ελέγχου. Αν πάλι χαρακτηριστεί ως δωρεά, τότε πάλι θα πρέπει να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί φορολογίας δωρεών. Και στις δυο όμως περιπτώσεις, το υπόλοιπο της μίζας που δεν επιστρέφεται ως φόρος στο κράτος παραμένει στα χέρια του λήπτη της μίζας.

Ένας άλλος τρόπος αντιμετώπισης της μίζας θα ήταν να επιβληθεί κάποια χρηματική ποινή στα πλαίσια ποινικής δίκης ίσης με το ύψος της εισπραχθείσας μίζας. Όμως το ελάττωμα αυτής της μεθόδου είναι ότι προϋποθέτει την έναρξη ποινικής δίκης, πράγμα πρακτικά αδύνατο στις περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις για την ασυλία και το ακαταδίωκτο των βουλευτών και υπουργών.

Φτάνω λοιπόν στην πρότασή μου, η οποία είναι σχετικά απλή στη σύλληψη και ίσως έχει ακόμα αρκετά κενά.

Θεωρώ, ότι αυτό που έχει ανάγκη σήμερα η κοινωνία για να απαλυνθεί το τρωθεν αίσθημα δικαιοσύνης, είναι η θέσπιση ειδικών διατάξεων που θα προβλέπουν ως ιδιώνυμο διοικητικό αδίκημα την «μίζα», χωρίς ποινικές συνέπειες που θα εμποδίζουν την εξέλιξη της διαδικασίας.
Συγκεκριμένα αναφέρομαι στη δυνατότητα έκδοσης καταλογιστικών πράξεων με μια διοικητική διαδικασία εξπρές στηριζόμενη επί εγγράφων και μαρτύρων, όπου το ποσό του καταλογισμού θα ισούται με το ποσό της βεβαιούμενης από έγγραφα (εξτραίτ τραπεζικών λογαριασμών κλπ) «αθέμιτης αμοιβής προς άσκηση επιρροής κατά τη λήψη δημοσιονομικών αποφάσεων».
Παράλληλα όμως θα πρέπει να υφίσταται μαχητό τεκμήριο ότι εφόσον ο λήπτης της αμοιβής ήταν σε θέση (de lege ή de facto) που μπορούσε να ασκήσει επιρροή (π.χ. μέλος του Δ.Σ. ενός ΝΠΔΔ), και ότι εφόσον εκδόθηκε απόφαση ευνοϊκή για τα συμφέροντα του δότη του ποσού, τότε θα πρέπει να εκδίδεται καταλογιστική πράξη ισόποση με την «μίζα» σε βάρος του λήπτη και του δότη, οι οποίοι θα ενέχονται αλληλεγγύως.
Η αμφισβήτηση του παραπάνω τεκμηρίου θα μπορεί να γίνει δικαστικώς ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Πρωτοδικείων, αλλά δεν θα πρέπει να προβλέπεται ανασταλτικό αποτέλεσμα της πράξης καταλογισμού λόγω της ιδιαίτερης ηθικής απαξίας της πράξης ενόψει της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας.

Παράλληλα θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για την αποκάλυψη τέτοιων συναλλαγών, όπως η πρόβλεψη προμήθειας υπέρ του τρίτου που αποκαλύπτει την καταβολή μίζας ή την μείωση του ποσού καταλογισμού υπέρ του λήπτη ή του δότη που «μετανοεί» και καταδίδει με δική του πρωτοβουλία την «μίζα».

Ειδικά στις περιπτώσεις του δότη (συνήθως επιχειρηματία) που αποκαλύπτει ότι κατέβαλλε την αθέμιτη αμοιβή θα πρέπει, ως ισχυρό κίνητρο, να υπάρχει δυνατότητα έως και πλήρους απαλλαγής από τον καταλογισμό αν ο ίδιος παρέχει όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν την καταβολή (π.χ. αποδείξεις καταβολής σε λογαριασμό πολιτικού προσώπου ή σε λογαριασμό συμφερόντων αυτού).

Απαραίτητο όμως σε κάθε περίπτωση στοιχείο της καταλογιστικής πράξης θα πρέπει να είναι η σύνδεση της μίζας με συγκεκριμένη δημοσιονομική απόφαση όπως πράξη που εκδίδεται στα πλαίσια δημόσιας σύμβασης ή οποιαδήποτε άλλη διοικητική πράξη, κανονιστική ή ατομική (π.χ. έκδοση φωτογραφικών διατάξεων κλπ).

Μια τέτοια διαδικασία όμως πρέπει να συνοδεύεται από εγγυήσεις αμεροληψίας. Θα πρέπει να μπορεί να εξασφαλιστεί ότι δεν θα επηρεαστούν τα μέλη του συλλογικού οργάνου που θα ελέγχει τις πληροφορίες ή καταγγελίες περί «μίζας». Η επιλογή των μελών του με τον τρόπο που επιλέγονται οι ένορκοι των μικτών ορκωτών δικαστηρίων ίσως θα μπορούσε να αποτελεί μια κατεύθυνση όπως επίσης η κλήρωση από καταλόγους.

Τέλος ένα ζήτημα που θα πρέπει να τονιστεί από την αρχή της εφαρμογής ενός τέτοιου θεσμού είναι η έκταση της παραγραφής. Πιστεύω ότι δεδομένης της απαξίας της πράξης η οποία συνάδει με την αδικοπρακτική ευθύνη, θα πρέπει η παραγραφή να είναι εικοσαετής.

Τελειώνοντας θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας διαδικασίας όπως αυτή περιγράφεται σε πολύ γενικές γραμμές (σκοπίμως), είναι ότι σε αντίθεση με οποιαδήποτε αγωγή αποζημίωσης του δημοσίου, δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται η ζημία με ακρίβεια, αφού θα τεκμαίρεται ισόποσή με το ποσό της μίζας, ούτε και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης πράξης και ζημίας, αφού θα ισχύει το τεκμήριο ότι εφόσον ο δότης «μίζας» ωφελήθηκε από δημοσιονομική απόφαση, η «αθέμιτη αμοιβή» δόθηκε επί τω σκοπώ άσκησης επιρροής επί συγκεκριμένης δημοσιονομικής απόφασης από τον λήπτη της μίζας.

Για να προλάβω τις ακαδημαϊκές σας ενστάσεις, διευκρινίζω ότι με τις παραπάνω γραμμές δεν επιδιώκω να δημιουργήσω ένα σύστημα ειδικής δημοσιονομικής ευθύνης, αλλά να πυροδοτήσω ένα διάλογο σχετικά με το νομικό χειρισμό της μίζας. Για αυτό σκοπίμως είμαι ασαφής ώστε μέσω του διαλόγου να πληρωθούν τα όσα κενά έχω αφήσει.

αναγνώστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου