Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το ψάρι – Ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά



Κάποτε σε μια χώρα μακρινή, τόσο μακρινή που ούτε η φαντασία δεν χωρά, έπεσε φτώχεια φοβερή. Αυτή η χώρα, η Χώρα του Τώρα λέγεται, κάποτε πλούσια ήτανε, μα τώρα ήταν φτωχή. Κι έτνσι οι κάτοικοί της άρχισα να ζαλίζονται από την έλλειψη τροφής, είτε σωματικής, είτε πνευματικής. Λίγους μήνες αργότερα μπορούσες να δεις στους δρόμους ανθρώπους να σέρνονται, γερασμένοι και ανήμποροι.
Μα κάποτε έβλεπες και μερικούς παχουλούς να προσπερνούν τους πεινασμένους, κορδώνοντας τις μεγάλες τους κοιλιές με σθένος και καμάρι.
Λίγα χρόνια αργότερα, οι αδύναμοι είχαν καταλήξει τόσο ανήμποροι, που δεν μπορούσαν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους. Έφτασαν στο σημείο να σέρνονται πίσω από τους κυρίους με τις παχουλές κοιλιές ζητώντας ένα κομάτι ψωμί. Άλλοτε οι κύριοι παχουλοί τους έδιναν κάτι, ό,τι περίσσευε και ποτέ περισσότερο από το κανονικό, για να μην πάρουν αέρα τα μυαλά τους. Οι Άλλοι αδύναμοι, περήφανοι, έσβηναν σιωπηλά τα όνειρά τους.
Μια μέρα, εκεί κατά το σούρουπο, στη γωνία που ήταν το μπακάλικο του κου Λαόφοβου, δύο κύριοι με παχουλές κοιλιές ξεκίνησαν καυγά. Οι φωνές τους δυνάμωναν ολοένα και μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους.
- Τεμπέλη, φαρσοκωμωδέ, σάτιρε της πλάκας, που τολμάς να μου αντιμιλάς ! Φέρε μου αμέσως πίσω το ψάρι μου το είδα πρώτος, είπε εξαγριωμένα ο ένας.
- Καλέ μου φίλε, απάντησε ο δεύτερος, αυτό το ψάρι το είχα παραγγείλει από χθες στον κο Λαόφοβο, άρα είναι δικό μου!
Με τα πολλά κι αφού ο καυγάς τους δεν σταμάτησε ποτέ, οι δύο παχουλοί αποφάσισαν να βάλουν τους αδύναμους να ψηφίσουν σε ποιον ανήκει το ψάρι. Είχε μαζευτεί ολάκερη η χώρα, αφού οι αγριοφωνάρες τους δεν άφηναν κανέναν να ησυχάσει. Μερικοί ούτε που μπήκαν στον κόπο να πάνε προς το μπακάλικο του κου Λαόφοβου, γιατί δεν τους ενδιέφερε ποιος από τους δύο θα κρατήσει το ψάρι. Έτσι η ψηφοφορία ξεκίνησε. Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος γιατί περίμενε κι αυτός μερίδιο από το ψάρι…Έστω και την ουρά του! Ήρθε το βράδυ και απόφαση δεν είχε βγει ακόμα.
-Πιστεύω ακράδαντα ότι το ψάρι πρέπει να πάει στον κύριο που το είδε πρώτος, έλεγε ο ένας.
-Κάνεις απόλυτο λάθος, απαντούσε ο άλλος, το ψάρι πρέπει να πάει σε αυτόν που το είχε παραγγείλει.
-Είστε όρνια, αριστοφανικά και βάλε, πεταγόταν ένας τρίτος, το ψάρι πρέπει να μοιραστεί σε ίσα κομάτια και να το φάμε εμείς που πεινάμε!
-Άνθρωποι κουτοί, αυτό το ψάρι είναι το σύμβολο της χώρας μας, άξιο και πολύτιμο, δεν πρέπει να φαγωθεί από κανέναν!
Έφτασε το επόμενο πρωινό και λύση δεν είχε βρεθεί. Οι φωνές ολοένα και αγρίευαν και η απόφαση γινόταν ακόμα πιο δύσκολη. Έτσι το ψάρι βρώμισε…
Και θέλετε να ξέρετε τι έγινε με τους δύο κυρίους; Πήγαν σπίτια τους και άνοιξαν τα ψυγεία τους, που εκεί υπήρχαν όλα τα υπόλοιπα ψάρια της θάλασσας!
“Ανόμημα”
paraμυθιάζει ο μανικάκος

από τους σχολιαστές χωρίς σύνορα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου